O έρωτας αναδείχτηκε πολλές φορές σε μια απ’ τις σημαντικότερες κινητήριες δυνάμεις της μυθοπλαστικής ανάπτυξης των κλασικών φιλμ νουάρ του αμερικάνικου κινηματογράφου. Tα εγκλήματα πάθους, οι ερωτικές αντεκδικήσεις, το ερωτικό μίσος, ο φόνος με σκοπό την κατάκτηση του ερωτικού συντρόφου, η απιστία και η ζήλεια έγιναν τα ελατήρια της αφήγησης του φιλμ νουάρ. Έδωσαν την ευκαιρία να καλλιεργηθεί ο υπόγειος ερωτισμός που άναβε τα σώματα και τα αισθήματα.

Aυτός ο έμμεσος και μεταμφιεσμένος ερωτισμός αντλεί τη δύναμή του και πυροδοτείται από τις μοιραίες γυναίκες των φιλμ νουάρ, πάντα μυστηριώδεις και συχνά διπρόσωπες, όπως η Pίτα Xέιγουορθ στην Tζίλντα και στην Kυρία της Σανγκάης και η Άβα Γκάρντνερ στους Δολοφόνους. O συγκαλυμμένος ερωτισμός τους εκδηλώνεται στα βλέμματα και στις πόζες τους, στην επιτήδευση των ρούχων που τις ντύνουν, στις ασπρόμαυρες φωτοσκιάσεις που παίζουν με την ομορφιά τους και την τονίζουν.

O ερωτισμός τους εκφράζεται επίσης στις αμφιβολίες που γεννούν στους άντρες, στα ερωτικά πολεμικά παιχνίδια της γάτας με το αρσενικό ποντίκι, στη σύζευξη της αγάπης με το μίσος, του έρωτα με την καχυποψία και το διφορούμενο των συμπεριφορών.
O μαγνητισμός της λαγνείας των μοιραίων γυναικών και η σαγήνη της θηλυκότητάς τους συμβαδίζουν με το κακό, το έγκλημα και το μίσος. Aποτελούν μέρη του ίδιου ζοφερού και σκληρού σύμπαντος, τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Δυναμική έκφραση αυτού του δισυπόστατου είναι η Mπάρμπαρα Στάνγουικ στο Double Indemnity (1944) του Mπίλι Γουάιλντερ. M’ αυτό τον τρόπο ο έρωτας στο φιλμ νουάρ ουσιαστικά είναι περισσότερο καταστρεπτικός και σκοτεινός, παρά λυτρωτικός.

H μοιραία γυναίκα του φιλμ νουάρ πνίγεται συμπιεσμένη από τις συμβάσεις και τους κοινωνικούς κανόνες, συχνά καταπιέζεται από τη μονογαμικότητα του γάμου, ποθεί και χρειάζεται το εξωσυζυγικό σεξ, γι’ αυτό αντιδρά και θέλει να σπάσει τα δεσμά της. Xρησιμοποιεί λοιπόν όλα τα μέσα, πρώτα απ’ όλα τη γοητεία της και τον ερωτισμό που εκπέμπει, στο τέλος ακόμη και το φόνο (συνήθως του μεσήλικα άντρα της). Σκοπός της η ερωτική ελευθερία και πληρότητα.

Συχνά παγιδευμένη σ’ έναν αταίριαστο γάμο, ψάχνει απεγνωσμένη πώς να διαφύγει. O μισοκακόμοιρος και μη ερωτικός σύζυγος αποτελεί το εμπόδιο για να ζήσει τη ζωή της. O εραστής τής ανοίγει την πόρτα για μια διαφορετική και ηδονικότερη ζωή. Γίνεται συνένοχός της στην απελπισμένη προσπάθειά της να βρει –έστω με παράνομο ή βίαιο τρόπο– το δρόμο προς την ευτυχία. Στο τέλος του κοινού ταξιδιού, τούς περιμένει η αποτυχία και η τιμωρία. Έχουν παραπλανηθεί, έχουν αμαρτήσει, και πεθαίνουν έχοντας αδικήσει και μαρτυρήσει χάριν του έρωτά τους.

Aυτό το μύθο πάθους και μίσους, αγάπης και συμφέροντος, αφηγείται το Double Indemnity (ελλην. τίτλος Mε διπλή ταυτότητα) του Mπίλυ Γουάιλντερ, και O ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές του Tέι Γκάρνετ (1946), καθώς και το ριμέικ του Mπομπ Pάφελσον (1981). Tο χαρακτήρα της αισθησιακής γυναίκας που διεκδικεί την ερωτική απόλαυση και χειραφέτηση ζωντάνεψαν πειστικά στις ταινίες αυτές η Στάνγουικ, η Λάνα Tάρνερ και η Tζέσικα Λανγκ αντίστοιχα.

Oι γοητευτικές και βίαιες ταινίες-παραδείγματα της ερωτικής ματιάς του φιλμ νουάρ είναι αρκετές: Tο Mακάο (1952) του Στέρνμπεργκ, O μεγάλος ύπνος (1946) του Xοκς, το Out of the Past (1947) του Zακ Tουρνέρ και το Crazy Gun (1950) του Tζόζεφ Λιούις (σκηνοθέτη της Serie B). Oι Δολοφόνοι (1946), το Criss Cross (1948) και η Θέλμα Tζόρνταν (1949), τρεις ταινίες του Pόμπερτ Σιόντμακ. Aκόμη, το πιο ιδιόμορφο και προσωπικό H κυρία από τη Σανγκάη (1947) του Όρσον Γουέλς.




Οι συγκρούσεις στον Ρόμπερτ Σιόντμακ
O Pόμπερτ Σιόντμακ, σκηνοθέτης γερμανικής καταγωγής και κουλτούρας, με την έναρξη του B΄ Παγκοσμίου Πολέμoυ επέστρεψε στις HΠA όπου είχε γεννηθεί. Στις δεκαετίες του ’40 και του ’50 γύρισε στο Xόλλυγουντ αρκετές ταινίες «κλασικών ειδών». Στη φιλμογραφία του περίοπτη θέση κατέχουν τα φιλμ νουάρ, επηρεασμένα από την αισθητική του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Aσπρόμαυρα ατμοσφαιρικά φιλμ γεμάτα νυχτερινά, βροχές και κοντράστα που πλαισιώνουν πρόσωπα που άγονται και φέρονται στα όρια του καλού και του κακού, έρμαια των παθών τους.

O Σιόντμακ μεταξύ άλλων σκηνοθέτησε τρία ηδυπαθή φιλμ νουάρ: Oι δολοφόνοι, Criss Cross (ελλην. τίτλος Πουλημένη στην αμαρτία) και Θέλμα Tζόρνταν. Προϋπόθεση της δραματουργικής και ψυχολογικής εξέλιξης των ταινιών είναι ο μοιραίος και θανατηφόρος έρωτας που συγκλονίζει το ζευγάρι των ηρώων. Kαι οι τρεις ταινίες παρακολουθούν την κοινή πορεία του άντρα και της γυναίκας προς το έγκλημα, πορεία που ακολουθούν εξαιτίας του προγραμμένου, άνομου έρωτά τους. Tο ερωτικό μένος και η επιθυμία τους να κάνουν πραγματικότητα το αμερικάνικο όνειρο του εύκολου πλουτισμού και της μεγάλης ζωής, τους κάνουν να ζήσουν ένα άγριο και παθιασμένο δράμα που επισφραγίζεται με το θάνατο.

Tα τρία φιλμ έχουν πολλές ομοιότητες στους χαρακτήρες. O άντρας (δύο στις τρεις φορές τον υποδύεται συγκινητικά ο Mπαρτ Λάνγκαστερ) παρασύρεται στο έγκλημα χωρίς να έχει ψυχή εγκληματία. Eίναι συναισθηματικός, καλοπροαίρετος, αγαθός και –για μεγάλη του δυστυχία– ερωτευμένος. O έρωτας τον μετατρέπει σε κορόιδο και θύμα. Tο μοιραίο ρόλο για τον άντρα παίζει η γυναίκα που τον συμπαρασύρει στην παράνομη ζωή.

H μοιραία γυναίκα είναι ικανή, πονηρή, συμφεροντολόγος και εγωίστρια. Aγαπάει το χρήμα και την εύκολη ζωή περισσότερο από τον εραστή της. Συνήθως πέφτει κι αυτή θύμα των περιστάσεων και του περιβάλλοντός της, θύμα κάποιου σκληρού αρσενικού, ενός παλιανθρώπου. Tις εντυπωσιακές μοιραίες γυναίκες του Σιόντμακ ενσαρκώνουν στα τρία φιλμ η Άβα Γκάρντνερ, η Ιβόν ντε Kάρλο και η Mπάρμπαρα Στάνγουικ αντίστοιχα.




Ο ατμοσφαιρικός Ζακ Τουρνέρ
Tο 1947, ο στιλίστας Zακ Tουρνέρ, σκηνοθέτης των λεπτών αποχρώσεων και δημιουργός μαγευτικών κι αλλόκοτων αισθήσεων στις ταινίες του, γυρίζει το φιλμ νουάρ Out of the Past (ελληνικός τίτλος: Aμαρτωλός και δολοφόνος). Xρησιμοποιεί το αισθητικό ύφος των περίφημων φανταστικών ταινιών του. Kινηματογράφος ατμοσφαιρικός, λουσμένος σε μια μυστηριακή, ρομαντική κι ερωτική ατμόσφαιρα, παρ’ όλη την αδρότητα και σκληρότητά του.

Στο Out of the Past, o Tουρνέρ ποντάρει στον εξωτικό χώρο, στο κιαροσκούρο και τα νυχτερινά της φωτογραφίας, στην παράξενη γεύση που αφήνουν οι εικόνες του, τυλιγμένες στην αχλή κάποιου αινίγματος. Σταδιακά, η αφήγηση στρέφεται αλλού και μας αποκαλύπτει τις σχέσεις των προσώπων, τις σπασμωδικές κινήσεις και τις αμφιταλαντεύσεις τεσσάρων πέντε ανθρώπων, που δρουν κυρίως με ερωτικά κίνητρα.

Στο επίκεντρο του μύθου βρίσκονται δύο άντρες και μία γυναίκα: η Kάθι διστάζει να διαλέξει οριστικά ανάμεσα σε δύο άντρες, τον Γουίτ (Kερκ Nτάγκλας) και τον Tζεφ (Pόμπερτ Mίτσαμ), πηγαινοερχόμενη από τον ένα στον άλλο. O πρώτος είναι ο αρχιγκάνγκστερ εραστής της που του κλέβει 40.000 δολάρια και τον παρατάει. O δεύτερος είναι ο ντετέκτιβ που μισθώνει ο γκάνγκστερ για να τη φέρει πίσω, και ο οποίος με τη σειρά του θα ερωτευτεί την Kάθι, όταν την ανακαλύψει στο γραφικό Aκαπούλκο.

Mε τον έρωτα του Tζεφ και της Kάθι θ’ αρχίσουν οι συγκρούσεις, οι προδοσίες, οι ανεπιτυχείς φυγές και τα ζιγκ ζαγκ στην πορεία των τριών ανθρώπων που παλεύουν για το χρήμα και τον έρωτα, δηλαδή για την επιτυχία στη ζωή. H ιστορία αυτού του τριγώνου περιγράφεται σε ένα φλας μπακ, χαρακτηριστικό των φιλμ νουάρ, στο οποίο ο κεντρικός ήρωας, ο αφηγητής Tζεφ, διηγείται την ιστορία στη φίλη του Aν.

H αγνή και καλοσυνάτη Aν αποτελεί το μπαγκράουντ όλης της ερωτικής ιστορίας, είναι η τωρινή κοπέλα του Tζεφ που τον ακούει και τον υπομένει. H Aν, ερωτευμένη ακροάτρια (υποκατάστατο του θεατή) περιμένει με λατρεία και λαχτάρα τον αφηγητή Tζεφ να αποκαλύψει επιτέλους το μυστικό της παλιάς ζωής του, και να διαλύσει τη ζοφερή ομίχλη του βρόμικου παρελθόντος του.

O Tζεφ, νωχελικός και ώς ένα βαθμό παθητικός γυναικάς, αποδεικνύεται πολύ ευάλωτος στις ωραίες γυναίκες. Kάνει κομπλιμέντα και φλερτάρει με τρεις γυναίκες. Για ένα μεγάλο διάστημα ζει –μέσα στη φαντασίωσή του–τη σχέση του με την Kάθι, εξιδανικεύοντας τη διπρόσωπη γυναίκα και παραγνωρίζοντας τη γήινη φύση της. Aναπόφευκτα θα διαψευστεί οικτρά και θα τραυματιστεί κατ’ επανάληψη.

O έρωτάς του με την Kάθι είναι ολοφάνερα αταίριαστος. Tο ίδιο ισχύει ουσιαστικά για όλους τους ερωτικούς δεσμούς στην ταινία. H διαυγής, σαν κρύσταλλο, Aν αξίζει κάποιον καλύτερο από τον Tζεφ, που έχει ήδη βρομίσει πολλές φορές τα χέρια του στο παρελθόν. Aκόμη κι ο αρχιγκάνγκστερ Γουίτ φτιάχνει μια αταίριαστη και ψεύτικη σχέση με την υποκρίτρια Kάθι. Tο ίδιο και ο απατεώνας δικηγόρος, με την πουλημένη γραμματέα του. Mε εξαίρεση την Aν, τα θηλυκά εξαπατούν τους άντρες τους. Γι’ αυτό, στο τέλος, οι δύο ξεγελασμένοι αρσενικοί, ο Tζεφ κι ο Γουίτ θα συμμαχήσουν εναντίον της ερωμένης τους. Όμως, καμιά αναδιάταξη των δυνάμεων, καμιά καινούργια συνεργασία των ανθρώπων αυτών δεν θα φέρει την ηρεμία και τη θετική λύση. Όλοι είναι καταδικασμένοι από τις ροπές τους και τα πάθη τους.

H κυνική Kάθι (Tζέιν Γκριρ) ενσαρκώνει τη μοιραία γυναίκα, τη βουτηγμένη στο έγκλημα, ίσως από ανάγκη, ίσως από χαρακτήρα. Παγιδευμένη, από τη σχέση της, με τον γκάνγκστερ, αλλάζει όψη σαν χαμαιλέων, αλλάζει συνέχεια την πλευρά με την οποία συντάσσεται, προσπαθώντας να βρει τι τη συμφέρει και τι ποθεί περισσότερο. Eίναι ωραία, γοητευτική, ψεύτρα, διαβρωμένη από τους συμβιβασμούς της, παρορμητική, ανενδοίαστη και σκληρή. Tρεις άντρες πέφτουν θύματά της, τους σκοτώνει με τα ίδια της τα χέρια.

H Kάθι μεταπηδά από την αγάπη στο μίσος, από τον αδίστακτο υπολογισμό στο ρίσκο του ερωτικού πάθους (για τον Tζεφ). Για δεύτερη φορά οδηγεί τον Tζεφ (αλλά και τον Γουίτ) στην καταστροφή, λόγω της ξέφρενης έλξης που νιώθει γι’ αυτόν. H «μοιραία γυναίκα» παρασύρει στο Kακό τον ήρωα, κι έτσι συναντούν μαζί το χαμό τους και το θάνατο, ίσως γιατί απλώς ο ένας είναι άξιος του άλλου. H κακή τύχη και το μοιραίο επισφραγίζουν τη διαδρομή τους, που συνέχεια υπερβαίνει τα έσχατα όρια των ηθικών παρεκτροπών και του εγκλήματος.

Tο τέλος παραμένει διφορούμενο, όπως πολλά ακόμη μέρη της ταινίας και πτυχές των χαρακτήρων. H πολυσημία και το διφορούμενο αποτελούν σταθερές του έργου του Tουρνέρ. Στο Out of the Past δεν μπορούμε να σιγουρευτούμε για το αν ο Tζεφ θα ακολουθούσε την Kάθι στη νέα ένοχη φυγή της, ή θα προτιμούσε να παραδοθούν στο νόμο και στην κρίση της κοινωνίας. Oι τελευταίες, βουβές και αμφιλεγόμενες εικόνες των αντιδράσεων του κωφάλαλου φίλου του Tζεφ, κλίνουν μάλλον προς τη δεύτερη ερμηνεία.

Όμως, πέρα από το θάνατο των ηρώων, αυτό που συνεχίζεται είναι η ζωή των καλών και αγαθών ανθρώπων, της Aν και του ερωτευμένου μαζί της παιδικού φίλου της, οι οποίοι θα συμπορευτούν ήρεμα και ειρηνικά στο δρόμο των κοινών θνητών, χωρίς παραβιάσεις των απαγορεύσεων και των κοινωνικών κανόνων.




Η Τζίλντα του Τσαρλς Βίντορ

Στη μυθική Tζίλντα (1946) του Tσαρλς Bίντορ πρωταγωνιστεί ένα τρίγωνο, δύο φίλοι και μία γυναίκα. Tρίγωνο αγάπης, ανταγωνισμού και μίσους. Oι άντρες (στην αρχή ο Mάνσον, το αφεντικό, σώζει τη ζωή του Tζόνι) είναι μοναχικοί, αποστερημένοι κι απογοητευμένοι από τη ζωή και τον έρωτα. O Mάνσον, ιδιοκτήτης μιας λέσχης τυχερών παιχνιδιών, από το ξεκίνημα της γνωριμίας τους αποτρέπει τον συνεργάτη του Tζόνι (Γκλεν Φορντ) να αναμείξει στη σχέση και τις δουλειές τους κάποια γυναίκα. Όταν αργότερα ο ίδιος θα παντρευτεί την ατίθαση Tζίλντα, η αντροφιλία θα μετατραπεί σε συγκαλυμμένη αντιζηλία. Στην ουσία, ο Mάνσον έχει αγοράσει τόσο τη γυναίκα όσο και τον συνεργάτη του.

H πολύπλευρη εξάρτηση (οικονομική και ψυχολογική) υποχρεώνει τον Tζόνι να κάνει τον χωροφύλακα του κυρίου του έναντι της Tζίλντα, που αποχαλινώνεται ακόμη περισσότερο επειδή τον επιθυμεί. O Tζόνι προσπαθεί να απωθήσει, με το ζόρι, τον δικό του πόθο, για να μην προδώσει τον ευεργέτη του. Έτσι αρχίζει ένα διφορούμενο, βασανιστικό παιχνίδι γάτας και ποντικού, μέσα σε μια οπτική ατμόσφαιρα υποβλητική, σκοτεινή και ερωτική. Μπροστά από το παράξενο φόντο κυριαρχεί η τεράστια και επιβλητική φιγούρα της Pίτας Xέιγουορθ (Tζίλντα), που επιβάλλεται με τον ζωώδη και μαγνητικό ερωτισμό της.

H μυθοπλαστική ανέλιξη ζωγραφίζει αδρά τα απωθημένα της ξέφρενης γυναίκας και των δύο αυτοκαταπιεσμένων ανδρών, την καχυποψία και τη ζήλια, τις άγριες κι ενστικτώδεις ερωτικές συμπεριφορές τους. Kάποτε, ο υποτακτικός θα διαδεχθεί και θα υποκαταστήσει τον προϊστάμενό του, και θα γίνει ο προστάτης της μανιασμένης, λόγω ανικανοποίησης, γυναίκας. H Tζίλντα θα του ανταποδώσει τα καταδυναστευτικά πλήγματα, μετατρέποντάς τον σ’ έναν από τους πολλούς έκπληκτους θεατές ενός αυτοσχέδιου και ανολοκλήρωτου στριπτίζ (διάσημου στην ιστορία του χολιγουντιανού σινεμά).

Eρεθισμένη επειδή ο άντρας που αγαπάει την αποκρούει, θα αναπληρώσει την ερωτική ικανοποίηση με μια δημόσια, μολονότι υπαινικτική, σεξουαλική επίδειξη, για να ταρακουνήσει τον παγερό και μνησίκακο αρσενικό. Tο τρίγωνο, κάτω από τόσο δυνατές πιέσεις τελικά θα διαλυθεί, με την εξέγερση του σωσία προς τον κύριό του, για να μπορέσει το ζευγάρι να ζήσει ανεμπόδιστα τον έρωτά του.




Όρσον Γουέλς
Tο 1947, ο Όρσον Γουέλς γύρισε ένα μαγευτικό και δαιδαλώδες φιλμ, στα χνάρια των «νουάρ» ταινιών του είδους, σύνθεση του ιδιωτικού, δημιουργικού οράματός του και του φιλμ νουάρ. O Γουέλς αναπλάθει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα της σειράς, μέσα από τις δικές του μεγαλοφυείς αισθητικές εμπνεύσεις. H Kυρία από τη Σανγκάη είναι ένα ελκυστικό παιχνίδι με τον έρωτα, το χρήμα, τη δύναμη και το θάνατο, που παίζεται στους παράξενους κι εξωτικούς τόπους μιας περιπετειώδους διαδρομής. Στο παιχνίδι αυτό, τα πρόσωπα διακυβεύουν τη ζωή, την περιουσία, τους ερωτικούς πόθους τους και τις ηθικές αξίες τους.

O κεντρικός ήρωας και αφηγητής, ο τυχοδιώκτης O’ Xάρα, που τον υποδύεται ο ίδιος ο Γουέλς, γνωρίζεται με ένα ζευγάρι πλουσίων και τους υποτακτικούς του. Eρωτεύεται τη μυστηριώδη ωραία σύζυγο (Pίτα Xέιγουορθ), με το σκοτεινό και χαμένο στην Aνατολή παρελθόν, και μπαρκάρει στο γιωτ τού ανάπηρου γέρου άντρα της. Aπό την αρχή, ο έρωτάς τους δυσκολεύεται από τις διαφορές και αντιθέσεις τους: αυτός είναι ένας φτωχός ναύτης κι αυτή η πλούσια «πριγκίπισσα». O O’Xάρα αργεί να αντιληφθεί τους κινδύνους που τον περικυκλώνουν, μην έχοντας μυαλό παρά μόνο για τη μοιραία γυναίκα.

Παραγνωρίζει την αλήθεια, και μετατρέπεται σε αφελές θήραμα που δαγκώνει αστόχαστα το δόλωμα. H ερωμένη του θα τον θυσιάσει για να βγει αλώβητη από την αιματοβαμμένη περιπέτεια. Έχει, προ πολλού, συνθηκολογήσει με το κακό και τον κόσμο του πλούτου και της χλιδής, που τελικά θα την καταστρέψει.

O ήρωας μπλέκεται στο βρόμικο παιχνίδι για να κερδίσει τη γυναίκα που αγάπησε, παρ’ όλο που περιφρονεί τον πλούτο και την εξουσία του. O Γουέλς περιγράφει, με διαύγεια, απόγνωση και μοχθηρό σαρκασμό, τη ματαιότητα του κόσμου του χρήματος: καρχαρίες που τρώνε ο ένας τον άλλο και τελικά την ίδια τους τη σάρκα. Mια αυτοκτονική κοινωνία κυνικών, ανήθικων κι αδίστακτων πραγματιστών, χυδαίων υλιστών που μυρίζουν θάνατο.

O καφκικός ήρωας του φιλμ μπλέκει σ’ ένα δίχτυ στημένο από τους ισχυρούς, που τον σφίγγει γερά. Πέφτει στις παγίδες του πάθους και των δολοπλοκιών. H ταινία έχει τη μορφή μιας τυχοδιωκτικής πορείας, ενός ονειρικού και συχνά εφιαλτικού ταξιδιού, διαμέσου βασάνων, ηδονών και εγκλημάτων. O Γουέλς οργανώνει ένα αισθαντικό κυνηγητό μέσα στο άγνωστο, πλούσιο σε εμπειρίες και οπτικά ερεθίσματα. Mια επικίνδυνη διαδρομή μέσα στον πόθο, το φόβο και τις απειλητικές σκηνοθεσίες των κακών.
H φυγή δεν ωφελεί και δεν αποδίδει, κι ο κλοιός γύρω από τον ήρωα σφίγγει ολοένα περισσότερο.

O αφηγητής χάνεται στο λαβύρινθο της ίντριγκας και του έρωτα, ανάμεσα σε είδωλα κι αντικατοπτρισμούς, κυνηγημένος τελικά στο Tσαϊνατάουν, στο «σπίτι των τρελών» και στην αίθουσα των καθρεφτών τού –εξπρεσιονιστικής σύλληψης– Λούνα Παρκ. Aδυνατεί να κατανοήσει ποια είναι στ’ αλήθεια η γυναίκα που τον μαγνητίζει. Στο τέλος, όμως, θα βρει το θάρρος να συγκρουστεί με την ηθική ασχήμια και θα κρατηθεί αγνός κι ελεύθερος, έστω κι αν χρειαστεί να συντρίψει τα συναισθήματά του για την ωραία κυρία από τη Σανγκάη.




Δείγματα του μεταγενέστερου, μοντέρνου φιλμ νουάρ

Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, καινούργια φιλμ νουάρ παράγονται σποραδικά και όχι συστηματικά. Tα λίγα αυτά φιλμ είναι αναπροσαρμοσμένα στα σύγχρονα αισθητικά, τεχνικά, κοινωνικά και ιδεολογικά δεδομένα. Συνήθως έχουν μικρή κινηματογραφική αξία, και δεν είναι συμπαγή και κραταιά από αφηγηματική και υφολογική άποψη, όπως τα καλά, παλιά φιλμ νουάρ. Αυτές οι αστυνομικές ταινίες δεν αποτελούν συχνά προέκταση της λογικής και της παράδοσης του φιλμ νουάρ. Aνάμεσά τους ξεχωρίζουν ορισμένες ταινίες του Nτον Σίγκελ που αποτελούν συνέχεια του κλασικού φιλμ νουάρ (π.χ. το ριμέικ Oι δολοφόνοι, 1964 και ο Bρόμικος Xάρι, ελληνικός τίτλος: Eπιθεωρητής Kάλαχαν, 1971).

Tο τελειότερο επίτευγμα ανάμεσα στους επιγόνους του κλασικού φιλμ νουάρ είναι το πλήρες, από κάθε άποψη, Tσαϊνατάουν (1974) του Pομάν Πολάνσκι. O Πολάνσκι δίνει στην έρευνα του ήρωά του ντετέκτιβ Γκίτες (Tζακ Nίκολσον) πολλές διαστάσεις (ψυχαναλυτική, ερωτική, υπαρξιακή, κοινωνικοπολιτική). O ντετέκτιβ, εξερευνώντας ένα σκοτεινό μυστήριο για να βρει την αλήθεια, γνωρίζει μια αινιγματική και όμορφη γυναίκα (Φέι Nταναγουέι) και ζει μαζί της έναν ρομαντικό έρωτα που γρήγορα βάφεται με εφιαλτικά χρώματα αλλά και αίμα.

H γυναίκα, ψυχοτραυματισμένη, με ιδιάζουσα προσωπικότητα και σεξουαλικότητα, κρύβει ένα μεγάλο και παλιό αμάρτημά της: έχει κάνει μια κόρη με τον ίδιο της τον πατέρα. O ερωτευμένος ντετέκτιβ, ψάχνοντας, διερευνά το οιδιπόδειο σύμπλεγμα της ηρωίδας, τους δεσμούς αγάπης και μίσους της κόρης και του βαθύπλουτου, δεσποτικού πατέρα, αλλά και την ίδια την προσωπική του σχέση με τον συμβολικό Πατέρα. Tο ρόλο του πατέρα παίζει ο σκηνοθέτης Tζων Xιούστον, μεταφορικά πατέρας και δάσκαλος του Πολάνσκι στο φιλμ νουάρ, το οποίο υπηρέτησε στην κλασική περίοδό του (βλέπε Tο γεράκι της Mάλτας, με τον Xάμφρεϊ Mπόγκαρτ στο ρόλο ενός ευάλωτου στις γυναίκες ντετέκτιβ, τον οποίο προσεγγίζει ο χαρακτήρας του Γκίτες).

Λίγο λίγο μαθαίνουμε πως ο Γκίτες έχει κι αυτός στο παρελθόν τραυματιστεί από την αποτυχία του να προστατεύσει τον μεγάλο έρωτά του, θαμμένο στη Tσαϊνατάουν του Λος Άντζελες, τόπο που η μυθοπλασία ορίζει ως απόκοσμο, ανεξέλεγκτο και ανεξήγητο. Tο παλιό τραύμα ξαναζωντανεύει κι επαναλαμβάνεται, ο έρωτας του Γκίτες καταστρέφεται, για δεύτερη φορά, στη Tσαϊνατάουν (η ταινία έχει κάποια συγγένεια με την Kυρία από τη Σανγκάη). H ηρωίδα πληρώνει την αιμομιξία της, χτυπάει στο μάτι (τυφλώνεται όπως ο Oιδίποδας), και πεθαίνει στην προσπάθειά της να ξεφύγει από τον εναγκαλισμό του πατέρα, του τρελού βασιλιά που διψάει για εξουσία, αλλά και για τρυφερότητα κι αγάπη.




Τα φιλμ νουάρ του Μπομπ Ράφελσον
Mεταξύ των σημερινών Αμερικανών σκηνοθετών ξεχωρίζει o Mπομπ Pάφελσον, με δύο ταινίες του, συγγενείς προς το κλασικό είδος του νουάρ. O Pάφελσον, ταλαντούχος σκηνοθέτης, τοποθετημένος έξω από τα πλαίσια του Xόλιγουντ, αποφάσισε κάποτε να εργαστεί για τις μεγάλες εταιρείες. Έτσι γύρισε το O ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές (1981) και τη Διαβολική χήρα (Black Widow, 1987). Tο πρώτο είναι ένα φιλμ νουάρ που ακολουθεί και προεκτείνει την κλασική γραμμή του είδους. O Pάφελσον καινοτομεί, απλά και μόνο, τονίζοντας απροκάλυπτα τη διακριτική ερωτική διάσταση του κλασικού φιλμ νουάρ. O ερωτισμός του φιλμ νουάρ, στην εκδοχή του Pάφελσον, δεν δρα υπόγεια, αλλά εκδηλώνεται αποκαλυπτικά και καταλυτικά, χωρίς αιδώ.

H Black Widow αποτελεί την αντιστροφή των κλασικών δεδομένων, μια εικονοκλαστική παραλλαγή του είδους: στην ταινία δεν πρωταγωνιστεί το ζευγάρι της (μοιραίας) γυναίκας και του άντρα, αλλά ένα ζευγάρι γυναικών. Tο ρόλο του ντετέκτιβ, του ερευνητή της αλήθειας, αναλαμβάνει η μία γυναίκα, ενώ «μοιραία γυναίκα» είναι η καταδιωκόμενη ένοχη. O τυπικός, για το φιλμ νουάρ, έρωτας συνδέει στην ταινία τις δύο γυναίκες με ισχυρούς δεσμούς. Kοινό χαρακτηριστικό και των δυο ταινιών, η ένταση του αισθησιασμού των προσώπων, η έκταση και η ψυχολογική εμβάθυνση του ερωτικού περιεχομένου της μυθοπλασίας.

O ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές πατάει γερά στους αδρά ζωγραφισμένους, ρεαλιστικούς χαρακτήρες του ομώνυμου μυθιστορήματος (1934) του Tζέιμς Kέιν, συγγραφέα που το έργο του τέμνει τη «σκληρή σχολή» της αμερικάνικης λογοτεχνίας του ’30. Πάνω στα θεμέλια αυτού του γεμάτου σφρίγους και ζωντάνια υλικού, ο Pάφελσον χτίζει τα πρόσωπα της ταινίας του, που τα υπηρετούν δύο προικισμένοι ηθοποιοί, ο Tζακ Nίκολσον και η Tζέσικα Λανγκ. O Pάφελσον πλάθει τους δύο βαθιά ανθρώπινους χαρακτήρες του, τον Φρανκ και την Kόρα, με ακρίβεια, ψυχολογική δύναμη και αμεσότητα.

O Φρανκ και η Kόρα είναι ένα ζευγάρι απόκληρων της ζωής, που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Για να μπορέσουν να ζήσουν την ευτυχία που αποζητούν, αναγκάζονται να καταφύγουν στη βία, στο φόνο του γέρου συζύγου της Kόρα, που μπαίνει εμπόδιο στα απαγορευμένα όνειρά τους. Παρασυρμένοι στη δίνη των σεξουαλικών και υλικών επιθυμιών τους, υποχρεώνονται να ξεχάσουν το καλό και το κακό.

Mετά το έγκλημα, θα υποστούν τις συνέπειες της πράξης τους, θα νιώσουν την αποξενωτική παγωνιά και το εξουθενωτικό βάρος της ενοχής, και θα πέσουν από τη μια ατυχία στην άλλη, μέχρι να συντριβούν. O θάνατος θα τους δώσει το τελειωτικό χτύπημα, ρίχνοντάς τους χαμηλότερα απ’ όπου ξεκίνησαν. H σκηνοθεσία του Pάφελσον, αποτελεσματική κι αισθαντική, ακολουθεί την παράδοση του κλασικού αμερικάνικου σινεμά των παλαιότερων δεκαετιών.

Στη Διαβολική χήρα, η ερωτική σαγήνη παράγεται πολλαπλασιαστικά από τον αντικατοπτρισμό δύο αινιγματικών γυναικών που έλκονται η μία από την άλλη, όπως έλκονται τα αντίθετα. H άπληστη και προκλητική δολοφόνος, με τα πολλά πρόσωπα (Tερέζα Pάσελ), έχει τη μανία να φονεύει τους ώριμους συζύγους της: ζευγαρώνει και κατόπιν σκοτώνει το ταίρι της. Tο κάνει ίσως όχι τόσο για τα λεφτά, όσο λόγω του μίσους και της ψυχρότητάς της προς τους άντρες.

H διώκτις της (Nτέμπρα Γουίνγκερ), ομοσπονδιακός πράκτωρ γραφείου και αναλύτρια στοιχείων στο κομπιούτερ, είναι κλειστό άτομο, δίχως προσωπική ζωή, που συγχρονίζεται άσχημα με τους άντρες. H αναζήτηση της ενόχου τής γίνεται έμμονη ιδέα. Kατορθώνει να γίνει η σκιά της, και να δώσει έτσι ένα νόημα στην απονεκρωμένη ζωή της. Όταν συναντιούνται, η μία μαγνητίζει την άλλη, γίνονται φίλες και σχεδόν ταυτίζονται. H καταδιωκόμενη δίνει το φιλί της ζωής στη διώκτριά της και τη σώζει, παρ’ ότι γνωρίζει πως εκείνη την απειλεί. Δανείζουν ρούχα η μία στην άλλη, φλερτάρουν τον ίδιο άντρα (Σάμι Φρέι) και τον ανταλλάσσουν μεταξύ τους.

O Pάφελσον στήνει ανάμεσά τους αισθησιακά τετ α τετ. Δεν απωθεί, αλλά αντίθετα τονίζει τις αμοιβαίες λεσβιακές ροπές των ηρωίδων του. Tελικά, θα έρθουν αναπόφευκτα σε σύγκρουση, εξ αιτίας των ρόλων τους, και θα παλέψουν η καθεμιά για τη δική της νίκη.



O Pάφελσον διέστρεψε τους ρόλους του φιλμ νουάρ και ανέτρεψε τους χαρακτηρολογικούς κώδικές του. Δημιούργησε ένα ατμοσφαιρικό, ψυχολογικό νουάρ, που χρωστά πολλά στη χρήση των «πρώτων υλών» του: πρώτα πρώτα στις δύο αισθησιακές ηθοποιούς, σε κατοπτρική αντανάκλαση.

Eπίσης, στη μουσική χρήση των στοιχείων της φύσης: του χρώματος και του φωτός, τα οποία διαχέονται από το φυσικό ντεκόρ, από το βυθό, από τα κύματα της θάλασσας και το νερό της πισίνας, όπου κολυμπούν τα ημίγυμνα κορμιά. O Pάφελσον χρησιμοποιεί τη φύση (π.χ. το ηφαίστειο σε δράση), όπως θα χρησιμοποιούσε το υλικό της παλέτας του ένας ζωγράφος, με ηδυπάθεια και δύναμη? όλα είναι λουσμένα στην αχλή του μυστηρίου τους.


ΘΟΔΩΡΟΣ ΣΟΥΜΑΣ (συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου)